Ο Γουίλιαμ Μπέβεριτζ (William Beveridge), Βρετανός οικονομολόγος, σε ένα του βιβλίο που γράφτηκε μέσα στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, προσπάθησε να κατανοήσει ένα φαινομενικά παράδοξο γεγονός: τη δυσκολία ορισμένων κλάδων της βρετανικής βιομηχανίας της εποχής να στρατολογήσουν ανέργους στην παραγωγή, την ίδια στιγμή που η ανεργία παρέμενε ιδιαίτερα υψηλή [1].
Με βάση την «κοινή» λογική, όταν πολλοί άνθρωποι αναζητούν εργασία είναι εύκολο για τις επιχειρήσεις να καλύψουν τις κενές τους θέσεις. Στην πραγματικότητα όμως, τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του ο Μπέβεριτζ έδειχναν κάτι διαφορετικό. Παρά τα υψηλά επίπεδα ανεργίας, αρκετές βιομηχανίες δυσκολεύονταν ιδιαίτερα να βρουν εργαζομένους για να καλύψουν τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας (job vacancies).
Αυτή η συνύπαρξη μεταξύ υψηλής ανεργίας και κενών θέσεων εργασίας αποτελούσε αντανάκλαση των υπαρκτών εμποδίων με τα οποία έρχονταν αντιμέτωποι άνεργοι και επιχειρήσεις: γεωγραφικοί περιορισμοί (π.χ. εργαζόμενοι μιας γεωγραφικής περιοχής που έμεναν άνεργοι λόγω πτώχευσης της βιομηχανίας στην οποία εργάζονταν δεν μπορούσαν να μετακινηθούν άμεσα σε σημεία όπου υπήρχαν κενές θέσεις εργασίας για λόγους απόστασης), χρονική υστέρηση μεταξύ της δημοσιοποίησης μιας κενής θέσης από μια επιχείρηση και της ενημέρωσης των τελικών αποδεκτών, αναντιστοιχία μεταξύ των απαιτούμενων προσόντων μιας θέσης και των δεξιοτήτων των ανέργων κ.ο.κ. Έτσι, ακόμη και σε εκείνη την περίοδο της υψηλής ανεργίας, ένα ποσοστό κενών θέσεων εργασίας εξακολουθούσε να υπάρχει, επειδή η αντιστοίχιση εργαζομένων και θέσεων εργασίας δεν ήταν ούτε τέλεια, ούτε ευθύγραμμη.
Οι παρατηρήσεις αυτές του Μπέβεριτζ, γενικεύτηκαν αργότερα από ερευνητές, και διαγραμματικά αποτυπώθηκαν στην καμπύλη U(nemployment)V(acancy), (γνωστή και ως καμπύλη Beveridge). Η καμπύλη αυτή δείχνει την αρνητική συσχέτιση που υπάρχει μεταξύ του ποσοστού ανεργίας (unemployment rate) και του ποσοστού κενών θέσεων εργασίας (job vacancy rate) στην αγορά εργασίας. Συνοπτικά, όταν η ανεργία (U) είναι υψηλή, οι κενές θέσεις εργασίας (JVR) τείνουν να είναι χαμηλές (ζήτηση για εργασία χαμηλή, προσφορά υψηλή), ενώ όταν η ανεργία είναι χαμηλή, οι κενές θέσεις εργασίας είναι υψηλές, με τις επιχειρήσεις να δυσκολεύονται να προσλάβουν ανέργους.
![]() |
| UV Curve |
Οι μεταβολές κατά μήκος της καμπύλης συνδέονται με τις φάσεις του οικονομικού κύκλου: σε περιόδους ύφεσης αυξάνεται η ανεργία και μειώνονται οι κενές θέσεις, ενώ σε περιόδους οικονομικής επέκτασης συμβαίνει το αντίθετο. Μια εξωτερική μετατόπιση της καμπύλης υποδηλώνει επιδείνωση στη λειτουργία της αγοράς εργασίας. Αντίθετα, μια εσωτερική μετατόπιση δείχνει βελτίωση στην αποτελεσματικότητα της αγοράς (οι άνεργοι βρίσκουν ευκολότερα τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας). Συνοπτικά, οι κινήσεις πάνω στην καμπύλη δείχνουν την πορεία της οικονομίας στον οικονομικό κύκλο, ενώ οι μετατοπίσεις της καμπύλης αποτυπώνουν το πόσο αποτελεσματικά λειτουργούν οι θεσμοί και οι μηχανισμοί της αγοράς εργασίας.
Το παρακάτω γράφημα διασποράς (scatter plot) αποτυπώνει τη σχέση αυτή για την Ελλάδα την περίοδο από το 2008 έως το 2015, με βάση τα στοιχεία της Eurostat [2]. Εν μέσω της κρίσης χρέους, ενώ ο δείκτης JVR μειώθηκε από το 0,2% το 2012 στο 0,1% το 2013, την ίδια περίοδο η ανεργία από το 24,5% ξεπέρασε το 27%. Το ποσοστό 0,1% δείχνει πως η αγορά εργασίας την περίοδο εκείνη ουσιαστικά πάγωσε: δεν δημοσιεύονταν σχεδόν καθόλου νέες θέσεις εργασίας, παρά τον τεράστιο αριθμό των ανέργων. Παράλληλα, η μετατόπιση της καμπύλης προς τα έξω, δείχνει την κυκλικότητα του φαινομένου της ανεργίας, όσο και τη διαρθρωτική ακαμψία της ίδιας της αγοράς με την αναντιστοιχία μεταξύ θέσεων και προσόντων.
Η χρήση ενός μοντέλου τετραγωνικής παλινδρόμησης (quadratic regresssion) για τον υπολογισμό της γραμμικής σχέσης μεταξύ ανεργίας και κενών θέσεων [3] επιτρέπει την καλύτερη προσαρμογή -συγκριτικά με τη χρησιμοποίηση ενός απλού γραμμικού ή λογαριθμικού υποδείγματος- στα δεδομένα της ύφεσης (R2=0,901)*, στην οποία εισήλθε η χώρα από το 2010 κι έπειτα [4].
![]() |
| Δεδομένα: Eurostat | Επεξεργασία: Δ.Λ. |
Σημειώσεις:
[1] Beveridge, William (1944). Full Employment in a Free Society. London: George Allen & Unwin[2] Η Eurostat ορίζει το ποσοστό κενών θέσεων εργασίας (JVR) ως εξής: JVR= (Αριθμός κενών θέσεων εργασίας/Κατελειμμένες θέσεις εργασίας + Κενές θέσεις εργασίας)×100.
[3] Το τετραγωνικό μοντέλο: Ποσοστό Κενών Θέσεων = 𝛽 0 + 𝛽 1 ⋅ 𝑈 + 𝛽 2 ⋅ 𝑈 2 Ποσοστό Κενών Θέσεων = β 0 +β 1 ⋅U+β 2 ⋅U 2 όπου 𝑈 U = ποσοστό ανεργίας.
[4] Ένα γραμμικό (ή λογαριθμικό) υπόδειγμα μπορεί να προσαρμοζόταν κατάλληλα στα σημεία πριν την ύφεση, όσο όμως η ύφεση βάθαινε από το 2010 κι έπειτα, η καμπύλη θα αδυνατούσε να προσαρμοστεί επαρκώς στα δεδομένα. (*R2=0,901. Tο 90,1% της διακύμανσης των κενών θέσεων εξηγείται από την ανεργία).
Model |
AIC |
BIC |
R2 |
R2_adjusted |
RMSE |
Linear |
-5857 |
-5619 |
0,862 |
0,839 |
0,115 |
Quadratic |
-6513 |
-6195 |
0,901 |
0,861 |
0,098 |

.png)