Η ευρύτερη περιοχή των νοτιοδυτικών προαστίων του νομού Αττικής -Δραπετσώνα, Κερατσίνι και Πέραμα- συγκροτήθηκε ιστορικά ως βιομηχανικό και εργατικό προάστιο του Πειραιά [1], με έντονη εξάρτηση από τη λιμενική και ναυπηγοεπισκευαστική δραστηριότητα. Η απασχόληση στην περιοχή παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες, αντανακλώντας τη φύση της εργασίας σε κλάδους, οι οποίοι παρουσιάζουν πολλές διακυμάνσεις και έντονη εποχικότητα. Ένας από τους βασικούς πυλώνες απασχόλησης, με σημαντικό αποτύπωμα στην τοπική οικονομία, είναι η Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Περάματος (ΝΕΖ) -οι όροι εργασίας στην οποία τα τελευταία χρόνια, μετά το 2010, αναδιαρθρώθηκαν με έμφαση τις ευέλικτες μορφές εργασίας.
Κρίση επιβίωσης
Την περίοδο της κρίσης χρέους από το 2008 κι έπειτα, πολλές από τις εγκαταστάσεις στη ΝΕΖ απαξιώθηκαν, γερανοί τέθηκαν εκτός λειτουργίας και πλωτές δεξαμενές παρουσίασαν προβλήματα. Η κρίση στη Ζώνη και το κλείσιμο επιχειρήσεων που συνδέονταν με τη ναυτιλία στην περιοχή έσυρε την ευρύτερη περιοχή σε μια διαδικασία αποβιομηχάνισης οδηγώντας πολλούς ναυτεργάτες στην ανεργία, στην εγκατάλειψη ειδικευμένων ειδικοτήτων και κάποιους στην αλλαγή επαγγέλματος. Το παρακάτω γράφημα αποτυπώνει σημαντικά στοιχεία για την απασχόληση της περιοχής [2].
Μέχρι και πριν το 2016 οι ροές απασχόλησης ήταν αναιμικές και η
κατάσταση στην ευρύτερη αγορά παρουσίαζε αστάθεια. Το ισοζύγιο
προσλήψεων-αποχωρήσεων ήταν οριακά θετικό ή αρνητικό (όπως το δεύτερο
τρίμηνο του 2014, Q2 2014), καθώς δε δημιουργούνταν νέες θέσεις
εργασίας και ο κλάδος συρρικνωνόταν. Οι προσλήψεις με δυσκολία
αντιστάθμιζαν τις αποχωρήσεις, ενώ συνολικά οι ροές ήταν αρκετά
περιορισμένες σε σύγκριση με τον όγκο της περιόδου μετά το 2016.
Νέα συνθήκη
Με
την ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ και την εξαγορά του πλειοψηφικού πακέτου από
την κινεζική COSCO shipping το 2016, η κατάσταση όσον αφορά την
απασχόληση διαφοροποιήθηκε. Το ισοζύγιο των ροών απασχόλησης
μετακινήθηκε σε εμφανέστερα θετικό έδαφος (θετική κλίση διακεκομμένης
γραμμής τάσης), με αύξηση των προσλήψεων (ιδίως σε δραστηριότητες που
συνδέονται με logistics, διακίνηση φορτίων και λιμενικές υπηρεσίες) [3].
Η αγορά εργασίας εμφανίζει μεγαλύτερη σταθερότητα και εποχική
"κανονικότητα", σε αντίθεση με την έντονη μεταβλητότητα της
προγενέστερης περιόδου (μπορεί αυτή η τάση να διακόπτεται προσωρινά κατά
την περίοδο της πανδημίας covid-19, όπου παρατηρείται κάμψη, χωρίς όμως
να αναιρεί τη συνολική εικόνα). Την ίδια στιγμή, οι κινητοποιήσεις των
εργαζομένων (ΕΝΕΔΕΠ) για την εφαρμογή Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας
στην COSCO και την τήρηση των μέτρων προστασίας, μετά από μια σειρά
θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων (2021, 2023) ανέδειξαν ποιοτικές
διαστάσεις της εργασίας στην ΝΕΖ. Παρόλα αυτά, τα στοιχεία της
απασχόλησης της περιοχής παρουσιάζoυν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά,
τα οποία δε συναντώνται σε άλλες περιοχές. Ας δούμε εν τάχει κάποια
σημεία.
Υψηλή απασχόληση, υψηλή ανεργία
Στην
περιοχή Κερατσινίου-Περάματος-Δραπετσώνας-Σαλαμίνας παρατηρείται το
εξής φαινόμενο: ενώ το ισοζύγιο των ροών απασχόλησης (ΕΡΓΑΝΗ) είναι
θετικό, η εγγεγραμμένη ανεργία, όπως αποτυπώνεται στα μητρώα της τοπικής
υπηρεσίας της ΔΥΠΑ (Κπα2 Κερατσινίου) παραμένει σε υψηλά επίπεδα
(υψηλότερη από πολλές περιοχές της Αττικής), ακολουθώντας έντονη
εποχικότητα (βλ. εδώ
τα δημοσιευμένα στοιχεία για το 2025) [4]. Πολλοί τεχνίτες δουλεύουν
εντατικά για 8-9 μήνες και τους υπόλοιπους μήνες εγγράφονται στη ΔΥΠΑ
για να λάβουν το εποχικό βοήθημα. Το γεγονός αυτό αυξάνει την ανεργία σε
απόλυτους αριθμούς, χωρίς αυτό από την άλλη πλευρά να σημαίνει ότι η περιοχή
βρίσκεται σε οικονομική ύφεση. Όμως ,αναδεικνύει κάποια ποιοτικά χαρακτηριστικά, τα οποία
επηρεάζουν την τοπική οικονομία-κοινωνία όπως:
- Υψηλά επίπεδα turnover:
Πολλοί εργαζόμενοι βρίσκονται στο μεταίχμιο μεταξύ εργασίας και
ανεργίας. Με απλά λόγια, υψηλό turnover σημαίνει μεγάλη κινητικότητα, η
οποία έχει ως αποτέλεσμα να διατηρείται η "δεξαμενή" των ανέργων της
περιοχής πάντα γεμάτη.
Στην
πραγματικότητα, η τωρινή κατάσταση δείχνει αντιστροφή του κύκλου της
περιόδου της κρίσης -περίοδο με χαμηλή ζήτηση και υψηλή προσφορά για
εργασία. Ωστόσο, ας έχουμε υπόψη ότι σε σχέση με τότε η κατάσταση στην ευρύτερη αγορά έχει αλλάξει. Αρκετές θέσεις στη Ζώνη απαιτούν
πιστοποιήσεις, οι οποίες παλαιότερα ούτε απαιτούνταν ούτε υπήρχαν, ενώ
πολλοί άνεργοι της περιοχής δε διαθέτουν. Επίσης, παρότι η ζήτηση για
ανειδίκευτη εργασία παραμένει ακόμα υψηλή στη ΝΕΖ, εντούτοις συγκριτικά
τουλάχιστον με παλαιότερα, η απασχόληση δείχνει να μετατοπίζεται
σταδιακά προς το μέσο και υψηλό επίπεδο δεξιοτήτων [6].
Συνολικά, μπορεί η απασχόληση στην περιοχή να εμφανίζεται ως ισχυρή, η εικόνα αυτή ωστόσο, λόγω της μεταβλητότητας που παρουσιάζει, είναι εύθραυστη. Την
ίδια στιγμή, το διακύβευμα της σταθερότητας των θέσεων, όπως και της
ποιότητας της εργασίας έχουν αναδειχθεί σε μείζονα ζητήματα, μέσα από τις ίδιες τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων όλων των προηγούμενων χρόνων, φέρνοντας στο επίκεντρο την ίδια τη βιωσιμότητα και την ασφάλεια της εργασίας στην περιοχή.
[1] Βλ. σχετικά Κυραμαργίου, Ε. (2015). Δραπετσώνα: οικιστική συγκρότηση και κοινωνικοί μετασχηματισμοί σε ένα εργατικό προάστιο: 1922-1967. https://doi.org/10.12681/EADD/36464
[2] Όλα τα στοιχεία αντλήθηκαν μέσα από το πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ (I). Ο υπολογισμός των προσλήψεων αποτελεί άθροισμα των υποβεβλημένων εντύπων Ε3, ενώ των αποχωρήσεων των Ε5 (Αναγγελίες Οικειοθελούς Αποχώρησης Μισθωτού), Ε6ΧΠ (Καταγγελία Σύμβασης Αορίστου Χρόνου Χωρίς Προειδοποίηση), Ε6ΜΠ (Καταγγελία Σύμβασης Αορίστου Χρόνου Με Προειδοποίηση) και Ε7 (Λύση Σύμβασης Ορισμένου Χρόνου). Περίοδος άντλησης των δεδομένων Οκτώβριος-Νοέμβριος 2025. Τα στοιχεία δεν αφορούν αποκλειστικά τη ΝΕΖ. Ωστόσο, ας έχουμε υπόψη πως η ΝΕΖ αποτελεί σημαντικό μοχλό απασχόλησης: μεγάλος αριθμός προσλήψεων από επιχειρήσεις της περιοχής, όπως αποτυπώνεται στο ΕΡΓΑΝΗ, σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με τη Ζώνη και ευρύτερα τη ναυτιλία. Συμπληρωματικά επίσης, στα στοιχειά αποτυπώνονται οι ροές απασχόλησης κι άλλων σημαντικών κλάδων της περιοχής, όπως της εκπαίδευσης, της εστίασης κ.ο.κ.
[3] Στο δεύτερο τμήμα του γραφήματος (επιλέγοντας "Μοτίβο αναγγελιών/αποχωρήσεων") διακρίνονται οι θερμικοί χάρτες των ροών της απασχόλησης. Όπως φαίνεται από τα στοιχεία οι προσλήψεις ενισχύονται σταθερά από την άνοιξη προς το καλοκαίρι (Απρίλιος-Ιούλιος) με υψηλές τιμές σχεδόν σε όλα τα έτη μετά το 2016, σύμφωνα με τα μη εποχικά διορθωμένα στοιχεία. Ο Σεπτέμβριος εμφανίζει συστηματικά πολύ υψηλή ένταση (σκούρες αποχρώσεις), υποδηλώνοντας ισχυρό κύμα προσλήψεων μετά το καλοκαίρι ενώ, αντίθετα οι χειμερινοί μήνες (Ιανουάριος-Φεβρουάριος) είναι σταθερά πιο ασθενείς. Από την άλλη πλευρά, οι αποχωρήσεις δείχνουν συγκεντρωμένες κυρίως κατά τους θερινούς μήνες, εμφανίζοντας ισχυρή και σταθερή εποχικότητα, ενώ μετά το 2016 αυξάνονται σε ένταση, αντανακλώντας την υψηλή μεταβλητότητα της αγοράς στην περιοχή.
[5] Σύμφωνα με το “Μηχανισμό Διάγνωσης Αναγκών της Αγοράς Εργασίας” του Υπουργείου Εργασίας στο Δήμο Περάματος (2025) οι κλάδοι κατασκευής εξοπλισμού και ναυπήγησης/επισκευής πλοίων αποτελούν τους πιο δυναμικούς τομείς για την απασχόληση (+147 θέσεις) με τις ειδικότητες των μεταλλουργών, των ανειδίκευτων εργατών και των ηλεκτρολόγων να κατατάσσονται στις πλέον περιζήτητες. Βλ. εδώ ή ακολουθείστε το σύνδεσμο https://public.tableau.com/app/profile/vaios.kotsios.eiead/viz/2023_17099814426520/sheet0
[6] Βλ. ξανά εδώ ή https://public.tableau.com/app/profile/vaios.kotsios.eiead/viz/2023_17099814426520/sheet0
Υπερειδικευμένοι θεωρούνται εκείνοι οι εργαζόμενοι που διαθέτουν περισσότερους τίτλους σπουδών, γνώσεις, δεξιότητες ή γενικότερα εμπειρία συγκριτικά με όσα απαιτεί η θέση εργασίας για την οποία προσλήφθηκαν (CEDEFOP). Σύμφωνα με σχετικές έρευνες, η υπερειδίκευση (over-qualification) συνδέεται με χαμηλό βαθμό ικανοποίησης από την εργασία (Bochoridou & Gkorezis, 2024; Mah et al., 2025), χαμηλότερες απολαβές (Budría & Moro-Egido, 2014), ενώ σχετίζεται επίσης με φαινόμενα turnover (Mah et al., 2025). Ειδικά όσον αφορά στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το ποσοστό υπερειδίκευσης αυξήθηκε σημαντικά στη διάρκεια της μακράς περιόδου της ύφεσης. Από ένα ποσοστό κάτω από το μέσο όρο της τότε Ε.Ε., το 2008, άγγιξε περίπου το 32% λίγο πριν το ξέσπασμα της πανδημίας covid-19.
Σε μια οικονομία, το ποσοστό υπερειδίκευσης φανερώνει ένα μέρος της ποιότητας των προσφερόμενων θέσεων εργασίας: ένα υψηλό ποσοστό συνεπάγεται ανεπαρκή χρησιμοποίηση του ανθρώπινου κεφαλαίου με ταυτόχρονη σπατάλη πόρων, αφού οι δαπάνες κράτους και νοικοκυριών για εκπαίδευση και κατάρτιση είναι χωρίς αντίκρισμα, ενώ από την πλευρά της αγοράς, ένα υψηλό ποσοστό υποδηλώνει έλλειψη θέσεων υψηλής ειδίκευσης. Συνολικά για την Ελλάδα, αυτή η αναντιστοιχία μεταξύ των δεξιοτήτων που παράχθηκαν (μέσω δαπανών για σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση) μέσα στην περίοδο της κρίσης δημόσιου χρέους και του τρόπου χρησιμοποίησής τους από την εγχώρια αγορά υπήρξε και ένας από τους λόγους μετανάστευσης καταρτισμένου δυναμικού στο εξωτερικό (brain-drain) -πέρα από τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, τους χαμηλούς μισθούς και τις υποβαθμισμένες συνθήκες εργασίας.
Με πάνω από έναν στους τρεις εργαζόμενους/ες τριτοβάθμιας εκπαίδευσης να απασχολείται σε θέσεις εργασίας που δεν απαιτούν τα προσόντα του/της για το 2024 στη χώρα (33%), σε σχέση με λίγο πάνω από έναν στους πέντε σε επίπεδο Ε.Ε (21,5%) η τάση που καταγράφεται από τα ιστορικά αυτά στοιχεία αποκαλύπτει ένα χάσμα που έχει λάβει διαρθρωτικά, πλέον, χαρακτηριστικά στην ελληνική αγορά εργασίας. Η απόκλιση, που ξεκίνησε να διογκώνεται μέσα σε μια 15ετία (μια ποσοστιαία μεταβολή της τάξης περίπου του 66% από το 2008 στο 2024), αποτυπώνει τη διευρυνόμενη αποσύνδεση μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας και τη συνολικότερη αναντιστοιχία μεταξύ προσφοράς δεξιοτήτων και προσφερόμενων θέσεων (skills-mismatch).
Σύμφωνα με τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας (ΔΟΕ), η αυτοαπασχόληση αποτελεί μορφή εργασίας, η αμοιβή της οποίας απορρέει άμεσα από τα παραγόμενα αγαθά και υπηρεσίες [1].
Ο παρακάτω χάρτης (επεξεργασία με τη χρήση της γλώσσας R: Δ.Λ.) αποτυπώνει το ποσοστό της αυτοαπασχόλησης, ως μερίδιο της συνολικής απασχόλησης, για διάφορες ευρωπαϊκές χώρες για το 2020 (ΔΟΕ). Τα πιο σκούρα χρώματα στο χάρτη αντιπροσωπεύουν αυξημένα μερίδια αυτοαπασχόλησης, ενώ τα ανοιχτόχρωμα χαμηλότερα.
Συνολικά, χώρες της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης εμφανίζουν υψηλότερα
ποσοστά αυτοαπασχόλησης (π.χ. Ελλάδα, ορισμένες χώρες των Βαλκανίων),
ενώ χώρες της Βόρειας και Δυτικής χαμηλότερα επίπεδα, της τάξης του 10
έως 20%. Υψηλότερα ποσοστά αυτοαπασχόλησης σχετίζονται με αγορές εργασίας όπου κυριαρχεί η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και η «χαλάρωση» της εργατικής νομοθεσίας. Στις περιοχές εκείνες όπου οι ευκαιρίες πρόσβασης στην πλήρη απασχόληση είναι περιορισμένες, πολλοί εργαζόμενοι/ες μπορεί να στρέφονται προς την αυτοαπασχόληση ως λύση επιβίωσης στη θέση κεφαλαιοποίησης επιχειρηματικών σχεδίων ή ευκαιριών. Στη Νότια και Ανατολική Ευρώπη, αυτή η τάση, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν είναι άσχετη με τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας (ενόσω οι θεσμοί κοινωνικής ασφάλισης εξασθενούν) και την οικονομική ευαλωτότητα. Αντίθετα, τα χαμηλότερα ποσοστά αυτοαπασχόλησης σε χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης υποδηλώνουν την κυριαρχία τυπικών μορφών απασχόλησης, οι οποίες συνδέονται με ισχυρότερη κοινωνική προστασία και χαμηλότερο κίνδυνο φτώχειας.
[1] Σε αντίθεση για παράδειγμα με το εισόδημα από τη μισθωτή εργασία, το οποίο εξαρτάται από τη σύναψη κάποιας μορφής σύμβασης μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου.
Η άνοδος των οικονομικών ανισοτήτων, κατά την περίοδο των
τελευταίων δεκαετιών πριν την κρίση του 2007-08, αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες αστάθειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος των ΗΠΑ.
Γιατί όμως, αλλά και με ποιον τρόπο συνέβη κάτι τέτοιο;
Η στασιμότητα της αγοραστικής δύναμης μεταξύ νοικοκυριών από τις κατώτερες και μεσαίες τάξεις της Αμερικής έπαιξε σημαντικό
ρόλο στην τάση αύξησης του δανεισμού. Καθώς οι μισθοί έμεναν στάσιμοι ή αυξάνονταν με βραδύτερο ρυθμό σε σύγκριση με
το κόστος ζωής, πολλά νοικοκυριά από τις τάξεις αυτές δυσκολεύονταν ολοένα και περισσότερο να
διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο. Ως αποτέλεσμα, τα νοικοκυριά
αυτά άρχισαν να στρέφονται στο δανεισμό προκειμένου να είναι σε θέση να καλύπτουν καταναλωτικές ανάγκες όπως στέγαση,
εκπαίδευση, υγειονομική περίθαλψη.
Από την άλλη πλευρά, οι τράπεζες και άλλα χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα άρχισαν να προσφέρουν όλο και πιο εύκολη πρόσβαση σε κάθε είδους πιστώσεις,
όπως δάνεια, πιστωτικές κάρτες, στεγαστικά με
επιεικείς όρους και χαμηλά αρχικά επιτόκια. Πολλά από αυτά τα δάνεια ήταν δάνεια
υψηλού κινδύνου, εν μέσω ενός «χαλαρού» ρυθμιστικού πλαισίου, το οποίο όξυνε
τις επικίνδυνες πρακτικές δανεισμού.
Την ίδια στιγμή, οι ανώτερες κοινωνικά τάξεις, οι οποίες τις τελευταίες πριν την κρίση δεκαετίες σώρευαν όλο και περισσότερο πλούτο, αναζητούσαν ολοένα και πιο υψηλές αποδόσεις για τις
επενδύσεις τους. Αυτό οδήγησε σε μια μαζική εισροή κεφαλαίων στο
χρηματοπιστωτικό σύστημα, η οποία τροφοδότησε την περαιτέρω διαθεσιμότητα
πιστώσεων. Οι τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προκειμένου να
προσελκύσουν τα κεφάλαια αυτά, άρχισαν να δημιουργούν όλο και πιο σύνθετα χρηματοοικονομικά
προϊόντα από υψηλού κινδύνου στεγαστικά δάνεια
υποσχόμενα ελκυστικές αποδόσεις στους κατόχους πλούτου.
Ο συνδυασμός στάσιμης αγοραστικής δύναμης μεταξύ των
νοικοκυριών κατώτερων και μεσαίων τάξεων από τη μία πλευρά
και αναζήτησης υψηλών αποδόσεων από τις ανώτερες τάξεις από την άλλη δημιούργησαν μια
ανατροφοδοτούμενη σπείρα: καθώς οι τιμές των ακινήτων
συνέχισαν να αυξάνονται, τροφοδοτούμενες από το κυνήγι του κέρδους και τα
χαλαρό νομοθετικό πλαίσιο δανεισμού η φούσκα τελικά έσκασε, οδηγώντας σε εκτεταμένες
χρεοκοπίες και κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος (για την κρίση των στεγαστικών δανείων βλ. εδώ).
Το παρακάτω γράφημα (επεξεργασία με τη γλώσσα R: Δ.Λ.) αντιπαραβάλει το ποσοστό αποταμίευσης (αριστερή
πλευρά) με το χρέος των αμερικανικών νοικοκυριών ως ποσοστό του ΑΕΠ (δεξιά πλευρά) κατά την περίοδο 1982-2007, με βάση στοιχεία από την ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ. Το Ποσοστό Αποταμίευσης υπολογίζεται
ως ο λόγος της ατομικής αποταμίευσης προς το Διαθέσιμο Ατομικό Εισόδημα
(DPI). Με πιο απλά λόγια, δείχνει ποιο μέρος του εισοδήματός τους αποταμιεύουν
τα νοικοκυριά. Από την άλλη πλευρά, το χρέος αντιπροσωπεύει το σύνολο των
χρεογράφων και των δανείων των νοικοκυριών (αλλά και των μη κερδοσκοπικών
οργανισμών) ως ποσοστό στο αμερικανικό ΑΕΠ.