Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

Πέρα από τη συσχέτιση: με αφορμή τη σχέση ποσότητας και έντασης εργασίας

Λιγότεροι εργαζόμενοι, περισσότερες ώρες εργασίας; Περισσότεροι εργαζόμενοι, λιγότερες ώρες; Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (IMF) σε έρευνα για την αγορά εργασίας της ευρωπαϊκής ένωσης, λίγα χρόνια μετά το σοκ που προκάλεσε η πανδημία covid-19 (1/2024), διαπίστωνε πως παρά το γεγονός ότι το ποσοστό απασχόλησης ανέκαμπτε σταθερά ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες, εντούτοις οι μέσες ώρες εργασίας ανά εργαζόμενο υστερούσαν αισθητά σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την πανδημία (βλ. εδώ). Είναι η μείωση των ωρών εργασίας απλώς ένα παροδικό φαινόμενο εξαιτίας εξωγενών παραγόντων ή αντανακλά μια βαθύτερη μεταβολή στον τρόπο οργάνωσης των διαφορετικών αγορών εργασίας των χωρών της Ευρώπης; Ας δούμε εδώ, προεκτείνοντας ερωτήματα προηγούμενου μαθήματος, κάποια δεδομένα της Eurostat για την ευρωπαϊκή αγορά, λαμβάνοντας ξανά ως σημείο εκκίνησης την ελληνική αγορά της περιόδου κρίσης των δημόσιων οικονομικών.

 

Ποσότητα και ένταση εργασίας

Η επιδείνωση των συνθηκών στην εγχώρια αγορά εργασίας από το 2009 κι έπειτα εκδηλώθηκε όχι μόνο με αύξηση του αριθμού των ανέργων σε απόλυτους αριθμούς, αλλά συνακόλουθα με σημαντική μείωση του αριθμού των απασχολούμενων. Την ίδια στιγμή που πολλοί/ες οδηγούνταν εκτός αγοράς, όσοι/ες διατηρούσαν την εργασία τους αναγκάζονταν να εργάζονται επιπλέον ώρες σε εντατικούς ρυθμούς καλύπτοντας τις ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό. Το παρακάτω γράφημα αποτυπώνει σε απόλυτους αριθμούς απασχολούμενους και ανέργους από το 2009 έως το 2024 -με την περίοδο 2009-2013 να παρατηρείται σαφής μετατόπιση από την απασχόληση προς την ανεργία.

   

Η Εξέλιξη της Απασχόλησης και της Ανεργίας στην Ελλάδα 

Οι κάθετες διακεκομμένες γραμμές αφορούν τη χρονιά ψήφισης του κάθε μνημονίου (MoU) και την πανδημία covid-19

 

Συσχέτιση

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα δεδομένα της Eurostat, από ένα ποσοστό απασχόλησης πάνω από το 65% το 2009, η απασχόληση στην Ελλάδα το 2013 μόλις που άγγιζε το 53% (52,5% για την ακρίβεια). Παράλληλα, ο μέσος όρος των ωρών εργασίας αυξήθηκε στις 40,9 ώρες εβδομαδιαίως. Το παρακάτω διάγραμμα διασποράς (Γράφημα 1) αποκαλύπτει μια μέτρια αρνητική συσχέτιση μεταξύ του ποσοστού απασχόλησης και των μέσων εβδομαδιαίων ωρών εργασίας (R² = 0,47), υποδηλώνοντας ότι περίπου το 47% της διακύμανσης στο ποσοστό απασχόλησης σχετίζεται με τη διακύμανση των μέσων εβδομαδιαίων ωρών εργασίας.

 

Γράφημα 1

 

Παρότι η μέτρια αυτή αρνητική συσχέτιση αφήνει σημαντικό περιθώριο για διερεύνηση σημαντικών άλλων παραγόντων (θεσμικό πλαίσιο αγοράς, πολιτικές παρεμβάσεις, σύνθεση εργατικού δυναμικού κ.ο.κ.) που αλληλεπιδρούν, μεταξύ απασχόλησης και ωρών εργασίας, εντούτοις η αρνητική κλίση της γραμμής τάσης (διακεκομμένη γραμμή) συνάδει με ένα μοτίβο που, φαινομενικά, τείνει να εμφανίζεται σε περιόδους κρίσης: περίοδοι που χαρακτηρίζονται από χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης τείνουν να συμπίπτουν με περισσότερες μέσες ώρες εργασίας μεταξύ εκείνων που παραμένουν στην αγορά. Πιο πρόσφατα, ένα παρόμοιο, αν και λιγότερο έντονο, χαρακτηριστικό εμφανίστηκε στην ελληνική αγορά εν μέσω της πανδημίας covid-19 το 2020. Για ακόμα μια φορά: μείωση του αριθμού των απασχολούμενων από τη μία πλευρά επιμήκυνση των ωρών εργασίας μεταξύ όσων διατηρούσαν την εργασία τους.

Αποτελεί όμως κάτι τέτοιο γενικό κανόνα πέρα από χώρα και εποχή, όπως δείχνουν τα αρχικά δεδομένα; Με άλλα λόγια, όταν αυξάνεται η απασχόληση τείνουν να μειώνονται οι μέσες ώρες εργασίας και το αντίστροφο; Σε ποιο βαθμό αυτό το εμπειρικό χαρακτηριστικό -η σύμπτωση χαμηλής απασχόλησης με υψηλότερες μέσες ώρες εργασίας- συνιστά διαχρονική κανονικότητα ή, πιθανά, ένα μοντέλο οργάνωσης της εργασίας που απαντάται και σε άλλες χώρες;

 

Διασπορά

Όπως έχουμε ξαναδεί με διάφορες αφορμές, συσχέτιση δε σημαίνει αιτιώδης σχέση μεταξύ δυο παραγόντων. Ειδικότερα, τα στοιχεία από την αγορά εργασίας της Ε.Ε. αποκαλύπτουν την ύπαρξη μεγάλης ετερογένειας ανάμεσα στις διαφορετικές ευρωπαϊκές αγορές εργασίας. Τα δεδομένα του 2024 της Eurostat, από χώρες της Ε.Ε., ενώ αποτυπώνουν (Γράφημα 2) μια ασθενή αρνητική σχέση μεταξύ των δύο παραγόντων (κόκκινη διακεκομμένη γραμμή), ωστόσο η διασπορά των παρατηρήσεων είναι τέτοια που χρήζει προσοχής (π.χ. απόσταση μεταξύ χωρών όπως η Ολλανδία ή η Δανία με χώρες όπως η Ιταλία, η Ρουμανία ή η Ελλάδα) [1].


Γράφημα 2

 

Ανάλυση τεταρτημορίων

Η ανάλυση τεταρτημορίων (quadrant analysis) αποτελεί μια τεχνική διερεύνησης των δεδομένων (EDA), η οποία ταξινομεί τις παρατηρήσεις ανάλογα με το αν αυτές βρίσκονται πάνω ή κάτω από μια τιμή αναφοράς ανάμεσα σε δύο μεταβλητές. Με την τεχνική αυτή θα επιχειρήσουμε να ελέγξουμε ποιοι τύποι παρατηρήσεων ή ποιες ομαδοποιήσεις μπορούν να αποκαλυφθούν μέσα από την ετερογένεια των δεδομένων. Παίρνοντας για κάθε χώρα τις τιμές για τις μέσες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας (άξονας Χ) και το ποσοστό απασχόλησης για το έτος 2024 (άξονας Υ), κατατάσσοντας ταυτόχρονα αυτές τις τιμές σε σχέση με τις υπόλοιπες προκύπτει ένας αριθμός που κυμαίνεται μεταξύ 0 και 1. Τιμές κοντά στο 0 σημαίνουν ότι η εκάστοτε χώρα βρίσκεται στο χαμηλότερο άκρο της κατανομής, ενώ κοντά στο 1 στο υψηλότερο. Με τον τρόπο αυτό, προκύπτουν τέσσερα τεταρτημόρια (quadrants) που αποτυπώνουν το τοπίο της αγοράς εργασίας για κάθε ευρωπαϊκή χώρα (Γράφημα 3): Λίγες ώρες / Υψηλή απασχόληση – Λίγες ώρες / Χαμηλή απασχόληση – Πολλές ώρες / Υψηλή απασχόληση - Πολλές ώρες / Χαμηλή απασχόληση.


Γράφημα 3

 

Η ανάλυση τεταρτημορίων φανερώνει μια διαφορετική εικόνα για τα μοντέλα οργάνωσης της εργασίας που κυριαρχούν στη γηραιά ήπειρο. Ταυτόχρονα, φανερώνει τις μεγάλες αποκλίσεις που υπάρχουν μεταξύ των διαφορετικών χωρών.  

Παρόλα αυτά, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας τα όρια αυτής της τεχνικής. Η ανάλυση τερταρτημορίων, όσο χρήσιμη κι αν μπορεί να φανεί, ειδικά κατά τα αρχικά στάδια διερεύνησης και οπτικοποίησης των δεδομένων, είναι κυρίως εννοιολογική. Με άλλα λόγια, τα όρια για το κάθε κατώφλι (π.χ. 50ο εκατοστημόριο) λαμβάνονται a priori. Επιπλέον, η τεχνική αυτή δεν εξετάζει αν και κατά πόσο οι ομάδες χωρών (στο συγκεκριμένο παράδειγμα) που κατατάσσονται στην ίδια κατηγορία παρουσιάζουν πραγματική ομοιότητα ως προς τα χαρακτηριστικά τους ή αν έχουν όντως κάποια συνοχή μεταξύ τους.


Ανάλυση κατά συστάδες 

Προκειμένου να επιχειρήσουμε μια πρώτη απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα χρειάζεται να επιστρέψουμε στα ίδια τα στοιχεία της Eurostat. Σκοπός να ελέγξουμε (στατιστικά) αν τα τεταρτημόρια αντανακλούν μια υπαρκτή δομή που προκύπτει απευθείας μέσα από τα δεδομένα και όχι απλώς το αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο ορίσαμε αρχικά τα τεταρτημόρια. Η χρήση της ανάλυσης κατά συστάδες (clustering) μπορεί στο σημείο αυτό να βοηθήσει στην ταξινόμηση και ομαδοποίηση των παρατηρήσεων από τα δεδομένα των αγορών εργασίας των ευρωπαϊκών χωρών. Εν συντομία, βασικό κριτήριο για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ομαδοποίηση είναι η απόσταση (distance) και η ομοιότητα (similarity) των παρατηρήσεων: παρατηρήσεις με μικρή απόσταση μεταξύ τους τοποθετούνται στην ίδια ομάδα, ενώ με μεγάλη σε διαφορετική.

Πιο συγκεκριμένα, ως εργαλείο στατιστικής επαλήθευσης θα χρησιμοποιήσουμε  μια μέθοδο μη επιβλεπόμενης μάθησης (unsupervised learning), την K-means ανάλυση κατά συστάδες. Ο αλγόριθμος K-means ομαδοποιεί επαναληπτικά τις παρατηρήσεις σε K συστάδες, έτσι ώστε παρατηρήσεις εντός της ίδιας συστάδας να παρουσιάζουν τις περισσότερες δυνατές ομοιότητες μεταξύ τους και τις περισσότερες δυνατές διαφορές με αυτές άλλων συστάδων. 

 

Γράφημα 4

 

Χωρίς λεπτομέρειες, ο αλγόριθμος K-means εντοπίζει τέσσερις συστάδες, οι οποίες αντιστοιχούν, σχεδόν, στα τέσσερα θεωρητικά τεταρτημόρια που προέκυψαν από την ανάλυση τεταρτημορίων, παρέχοντας στατιστική επιβεβαίωση της αρχικής ταξινόμησης. Τα κέντρα των τεσσάρων συστάδων αναπαριστούν τον "τυπικό" εκπρόσωπο κάθε ομάδας χωρών.


Συστάδα

Εκατοστημόριο μέσων ωρών εργασίας

Εκατοστημόριο ποσοστού απασχόλησης


1

0.816

0.346


2

0.123

0.815


3

0.269

0.214


4

0.538

0.788


Για παράδειγμα, το κέντρο της πρώτης (1) συστάδας βρίσκεται περίπου στο 81,6% της κατανομής των ωρών εργασίας και στο 34,6% του ποσοστού απασχόλησης ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες, υποδηλώνοντας πολλές ώρες εργασίας και χαμηλή απασχόληση.

Ωστόσο, όπως διακρίνεται και στο Γράφημα 4 η αντιστοίχιση δεν είναι απόλυτη. Ορισμένες χώρες βρίσκονται κοντά στα όρια μεταξύ δύο κατηγοριών (π.χ. Πορτογαλία, Μάλτα) ή εμφανίζουν χαρακτηριστικά που επικαλύπτονται (π.χ. Εσθονία, Λιθουανία). Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι οι διακρίσεις μεταξύ των κατηγοριών δεν είναι απόλυτες και πως, πιθανά, υπάρχουν υποομάδες χωρών ή ακόμη και κάποια πέμπτη ενδιάμεση κατηγορία ανάμεσα στο βορειοευρωπαϊκό και το νοτιοευρωπαϊκό καθεστώς οργάνωσης της εργασίας [2]. Η παρατήρηση αυτή, που παραπέμπει σε περαιτέρω έρευνα, μας επαναφέρει στα αρχικά ερωτήματα.


Αντί συμπερασμάτων: νέα ερωτήματα

Η αρχική παρατήρηση υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης, λιγότερες μέσες ώρες εργασίας ανά εργαζόμενο/η στάθηκε αφορμή για εξερεύνηση διαφορετικών τεχνικών και μεθόδων όπως η συσχέτιση (correlation), η ανάλυση τεταρτημορίων (quadrant analysis) και η K-means ανάλυση κατά συστάδες (K-means cluster analysis) με τη χρήση της γλώσσας R πάνω στα πραγματικά δεδομένα της Eurostat. Η σύντομη αυτή διαδρομή ανέδειξε πως η σχέση μεταξύ απασχόλησης και ωρών εργασίας δεν είναι μονοσήμαντη, όπως μοιάζει δια γυμνού οφθαλμού. Πίσω από έναν φαινομενικά απλό δείκτη, όπως οι μέσες ώρες εργασίας ή το ποσοστό απασχόλησης, κρύβεται μια πιο σύνθετη πραγματικότητα και ακριβώς σε αυτό το σημείο, η χρήση του εργαλείου της ταξινόμησης (classification) μπορεί να συμβάλει στη διερεύνηση των δομών που οργανώνουν αυτήν την πραγματικότητα. Ταυτόχρονα, θεσμικοί, δημογραφικοί, εκπαιδευτικοί, πολιτισμικοί, κοινωνικοί παράγοντες διαμορφώνουν με διαφορετικό τρόπο τις εθνικές αγορές εργασίας. Η διεύρυνση της μερικής απασχόλησης, η αυξημένη συμμετοχή γυναικών στο εργατικό δυναμικό, η στροφή της οικονομίας από τον πρωτογενή στον τριτογενή τομέα και τις υπηρεσίες, η ηλικιακή σύνθεση του δυναμικού της κάθε χώρας έχουν συμβάλει στην αλλαγή των ωρών εργασίας και των ποσοστών απασχόλησης τα τελευταία χρόνια [3].

Η πορεία που ακολουθήσαμε λοιπόν, αποτελεί αφετηρία για νέα ερωτήματα: οι διαφορές που παρατηρήσαμε μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών αποτελούν αντανάκλαση διαφορετικής ποιότητας, όχι μόνο διαφορετικής ποσότητας εργασίας; Μεταβολές στις μέσες ώρες εργασίας συνδέονται με μεταβολές στην εκπαιδευτική σύνθεση των εργαζομένων της κάθε χώρας και, εν τέλει, ποιες μορφές εργασίας και ποιες εργασιακές ανισότητες κρύβονται πίσω από τις διαφορές αυτές;



Σημειώσεις:


[1] Για την απάντηση του ερωτήματος αναφορικά με τη σχέση μεταξύ απασχόλησης και ωρών εργασίας μέσα στο χρόνο απαιτούνται διαχρονικά δεδομένα (panel data) για τις ευρωπαϊκές χώρες, όχι μόνο διατομεακά (cross-sectional data) για τις διαφορές μεταξύ χωρών, όπως χρησιμοποιούνται εδώ με έτος αναφοράς το 2024. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, ξεφεύγει από τους σκοπούς αυτής της σύντομης παρουσίασης για εκπαιδευτικούς σκοπούς.

[2] Για τα διαφορετικά καθεστώτα εργασίας βλ. Bob Hancké, Employment Regimes, Wage Setting, and Monetary Union in Continental Europe https://doi.org/10.1093/oxfordhb/9780199695096.013.014 Επίσης, ο δείκτης Adjusted Rand Index (ARI) χρησιμοποιήθηκε για να αξιολογήσει κατά πόσο οι συστάδες που εντόπισε ο αλγόριθμος K-means συμφωνούν με τις τέσσερις κατηγορίες της ανάλυσης τεταρτημορίων, λαμβάνοντας υπόψη το ενδεχόμενο τυχαίων συμπτώσεων. Τιμές κοντά στο 0 υποδηλώνουν μικρή ομοιότητα, ενώ τιμές κοντά στο 1, σχεδόν πλήρη ταύτιση των ταξινομήσεων. Η τιμή 0.653 του δείκτη δείχνει πως η δομή των τεσσάρων ομάδων στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας δεν είναι αυθαίρετη, έχει στατιστική βάση, αλλά αφήνει περιθώριο για νέα διερεύνηση.


[3] Βλ. σχετικά JRC Publications - The Working Times They Are A-Changing: Trends in Six EU Countries (1992-2022). Ενδεικτικά, το ΔΝΤ επανήλθε στο ζήτημα το 2026, εστιάζοντας στις σκανδιναβικές χώρες προκειμένου να διερευνήσει το ρόλο του εκπαιδευτικού επιπέδου, του φύλου, της εργασιακής κατάστασης στη μείωση των μέσων ωρών εργασίας των τελευταίων ετών (βλ. εδώ).

Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

Εργασία και ανασφάλεια στη Ζώνη

Η ευρύτερη περιοχή των νοτιοδυτικών προαστίων του νομού Αττικής -Δραπετσώνα, Κερατσίνι και Πέραμα- συγκροτήθηκε ιστορικά ως βιομηχανικό και εργατικό προάστιο του Πειραιά [1], με έντονη εξάρτηση από τη λιμενική και ναυπηγοεπισκευαστική δραστηριότητα. Η απασχόληση στην περιοχή παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες, αντανακλώντας τη φύση της εργασίας σε κλάδους, οι οποίοι παρουσιάζουν πολλές διακυμάνσεις και έντονη εποχικότητα. Ένας από τους βασικούς πυλώνες απασχόλησης, με σημαντικό αποτύπωμα στην τοπική οικονομία, είναι η Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Περάματος (ΝΕΖ) -οι όροι εργασίας στην οποία τα τελευταία χρόνια, μετά το 2010, αναδιαρθρώθηκαν με έμφαση τις ευέλικτες μορφές εργασίας.  

Κρίση επιβίωσης

 

Την περίοδο της κρίσης χρέους από το 2008 κι έπειτα, πολλές από τις εγκαταστάσεις στη ΝΕΖ απαξιώθηκαν, γερανοί τέθηκαν εκτός λειτουργίας και πλωτές δεξαμενές παρουσίασαν προβλήματα. Η κρίση στη Ζώνη και το κλείσιμο επιχειρήσεων που συνδέονταν με τη ναυτιλία στην περιοχή έσυρε την ευρύτερη περιοχή σε μια διαδικασία αποβιομηχάνισης οδηγώντας πολλούς ναυτεργάτες στην ανεργία, στην εγκατάλειψη ειδικευμένων ειδικοτήτων και κάποιους στην αλλαγή επαγγέλματος. Το παρακάτω γράφημα αποτυπώνει σημαντικά στοιχεία για την απασχόληση της περιοχής [2].
  

 
Μέχρι και πριν το 2016 οι ροές απασχόλησης ήταν αναιμικές και η κατάσταση στην ευρύτερη αγορά παρουσίαζε αστάθεια. Το ισοζύγιο προσλήψεων-αποχωρήσεων ήταν οριακά θετικό ή αρνητικό (όπως το δεύτερο τρίμηνο του 2014, Q2 2014), καθώς δε δημιουργούνταν νέες θέσεις εργασίας και ο κλάδος συρρικνωνόταν. Οι προσλήψεις με δυσκολία αντιστάθμιζαν τις αποχωρήσεις, ενώ συνολικά οι ροές ήταν αρκετά περιορισμένες σε σύγκριση με τον όγκο της περιόδου μετά το 2016.
 

Νέα συνθήκη

 

Με την ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ και την εξαγορά του πλειοψηφικού πακέτου από την κινεζική COSCO shipping το 2016, η κατάσταση όσον αφορά την απασχόληση διαφοροποιήθηκε. Το ισοζύγιο των ροών απασχόλησης μετακινήθηκε σε εμφανέστερα θετικό έδαφος (θετική κλίση διακεκομμένης γραμμής τάσης), με αύξηση των προσλήψεων (ιδίως σε δραστηριότητες που συνδέονται με logistics, διακίνηση φορτίων και λιμενικές υπηρεσίες) [3]. Η αγορά εργασίας εμφανίζει μεγαλύτερη σταθερότητα και εποχική "κανονικότητα", σε αντίθεση με την έντονη μεταβλητότητα της προγενέστερης περιόδου (μπορεί αυτή η τάση να διακόπτεται προσωρινά κατά την περίοδο της πανδημίας covid-19, όπου παρατηρείται κάμψη, χωρίς όμως να αναιρεί τη συνολική εικόνα). Την ίδια στιγμή, οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων (ΕΝΕΔΕΠ) για την εφαρμογή Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας στην COSCO και την τήρηση των μέτρων προστασίας, μετά από μια σειρά θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων (2021, 2023) ανέδειξαν ποιοτικές διαστάσεις της εργασίας στην ΝΕΖ. Παρόλα αυτά, τα στοιχεία της απασχόλησης της περιοχής παρουσιάζoυν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία δε συναντώνται σε άλλες περιοχές. Ας δούμε εν τάχει κάποια σημεία.

Υψηλή απασχόληση, υψηλή ανεργία

 

Στην περιοχή Κερατσινίου-Περάματος-Δραπετσώνας-Σαλαμίνας παρατηρείται το εξής φαινόμενο: ενώ το ισοζύγιο των ροών απασχόλησης (ΕΡΓΑΝΗ) είναι θετικό, η εγγεγραμμένη ανεργία, όπως αποτυπώνεται στα μητρώα της τοπικής υπηρεσίας της ΔΥΠΑ (Κπα2 Κερατσινίου) παραμένει σε υψηλά επίπεδα (υψηλότερη από πολλές περιοχές της Αττικής), ακολουθώντας έντονη εποχικότητα (βλ. εδώ τα δημοσιευμένα στοιχεία για το 2025) [4]. Πολλοί τεχνίτες δουλεύουν εντατικά για 8-9 μήνες και τους υπόλοιπους μήνες εγγράφονται στη ΔΥΠΑ για να λάβουν το εποχικό βοήθημα. Το γεγονός αυτό αυξάνει την ανεργία σε απόλυτους αριθμούς, χωρίς αυτό από την άλλη πλευρά να σημαίνει ότι η περιοχή βρίσκεται σε οικονομική ύφεση. Όμως ,αναδεικνύει κάποια ποιοτικά χαρακτηριστικά, τα οποία επηρεάζουν την τοπική οικονομία-κοινωνία όπως: 
 
- Υψηλά επίπεδα turnover: Πολλοί εργαζόμενοι βρίσκονται στο μεταίχμιο μεταξύ εργασίας και ανεργίας. Με απλά λόγια, υψηλό turnover σημαίνει μεγάλη κινητικότητα, η οποία έχει ως αποτέλεσμα να διατηρείται η "δεξαμενή" των ανέργων της περιοχής πάντα γεμάτη. 
 
- Αναντιστοιχία δεξιοτήτων και θέσεων εργασίας: Ενώ οι ροές δείχνουν ζήτηση για εργασία, το ισοζύγιο σε εξειδικευμένες θέσεις (τεχνίτες) παραμένει αρνητικό [5]. 
 

Κύκλοι απασχόλησης;  

 

Στην πραγματικότητα, η τωρινή κατάσταση δείχνει αντιστροφή του κύκλου της περιόδου της κρίσης -περίοδο με χαμηλή ζήτηση και υψηλή προσφορά για εργασία. Ωστόσο, ας έχουμε υπόψη ότι σε σχέση με τότε η κατάσταση στην ευρύτερη αγορά έχει αλλάξει. Αρκετές θέσεις στη Ζώνη απαιτούν πιστοποιήσεις, οι οποίες παλαιότερα ούτε απαιτούνταν ούτε υπήρχαν, ενώ πολλοί άνεργοι της περιοχής δε διαθέτουν. Επίσης, παρότι η ζήτηση για ανειδίκευτη εργασία παραμένει ακόμα υψηλή στη ΝΕΖ, εντούτοις συγκριτικά τουλάχιστον με παλαιότερα, η απασχόληση δείχνει να μετατοπίζεται σταδιακά προς το μέσο και υψηλό επίπεδο δεξιοτήτων [6]. 
 
Συνολικά, μπορεί η απασχόληση στην περιοχή να εμφανίζεται ως ισχυρή, η εικόνα αυτή ωστόσο, λόγω της μεταβλητότητας που παρουσιάζει, είναι εύθραυστη. Την ίδια στιγμή, το διακύβευμα της σταθερότητας των θέσεων, όπως και της ποιότητας της εργασίας έχουν αναδειχθεί σε μείζονα ζητήματα, μέσα από τις ίδιες τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων όλων των προηγούμενων χρόνων, φέρνοντας στο επίκεντρο την ίδια τη βιωσιμότητα και την ασφάλεια της εργασίας στην περιοχή.
 

 

Σημειώσεις:

 

[1] Βλ. σχετικά Κυραμαργίου, Ε. (2015). Δραπετσώνα: οικιστική συγκρότηση και κοινωνικοί μετασχηματισμοί σε ένα εργατικό προάστιο: 1922-1967. https://doi.org/10.12681/EADD/36464 
 
[2] Όλα τα στοιχεία αντλήθηκαν μέσα από το πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ (I). Ο υπολογισμός των προσλήψεων αποτελεί άθροισμα των υποβεβλημένων εντύπων Ε3, ενώ των αποχωρήσεων των Ε5 (Αναγγελίες Οικειοθελούς Αποχώρησης Μισθωτού), Ε6ΧΠ (Καταγγελία Σύμβασης Αορίστου Χρόνου Χωρίς Προειδοποίηση), Ε6ΜΠ (Καταγγελία Σύμβασης Αορίστου Χρόνου Με Προειδοποίηση) και Ε7 (Λύση Σύμβασης Ορισμένου Χρόνου). Περίοδος άντλησης των δεδομένων Οκτώβριος-Νοέμβριος 2025. Τα στοιχεία δεν αφορούν αποκλειστικά τη ΝΕΖ. Ωστόσο, ας έχουμε υπόψη πως η ΝΕΖ αποτελεί σημαντικό μοχλό απασχόλησης: μεγάλος αριθμός προσλήψεων από επιχειρήσεις της περιοχής, όπως αποτυπώνεται στο ΕΡΓΑΝΗ, σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με τη Ζώνη και ευρύτερα τη ναυτιλία. Συμπληρωματικά επίσης, στα στοιχεία αποτυπώνονται οι ροές απασχόλησης κι άλλων σημαντικών κλάδων της περιοχής, όπως της εκπαίδευσης, της εστίασης κ.ο.κ.  
 
[3] Στο δεύτερο τμήμα του γραφήματος (επιλέγοντας "Μοτίβο αναγγελιών/αποχωρήσεων") διακρίνονται οι θερμικοί χάρτες των ροών της απασχόλησης. Όπως φαίνεται από τα στοιχεία ο Σεπτέμβριος εμφανίζει συστηματικά πολύ υψηλή ένταση (σκούρες αποχρώσεις), υποδηλώνοντας ισχυρό κύμα προσλήψεων μετά το καλοκαίρι ενώ, αντίθετα οι χειμερινοί μήνες (Ιανουάριος-Φεβρουάριος) είναι σταθερά πιο ασθενείς. Από την άλλη πλευρά, οι αποχωρήσεις δείχνουν συγκεντρωμένες κυρίως κατά τους θερινούς μήνες, εμφανίζοντας ισχυρή και σταθερή εποχικότητα, ενώ μετά το 2016 αυξάνονται σε ένταση, αντανακλώντας την υψηλή μεταβλητότητα της αγοράς στην περιοχή. 
 
[4] Το Υπουργείο Εργασίας και η ΔΥΠΑ αναγνώρισε την ευρύτερη περιοχή του Περάματος-Δραπετσώνας-Κερατσινίου-Σαλαμίνας (μαζί με κάποιες ακόμα περιοχές της χώρας) ως περιοχή αποβιομηχάνισης και ανακοίνωσε μια στοχευμένη παρέμβαση μέσω ειδικού προγράμματος για τις επιχειρήσεις και τους ανέργους της ευρύτερης περιοχής (Πρόγραμμα επιχορήγησης επιχειρήσεων για την απασχόληση 7000 ανέργων στις επιλέξιμες περιοχές υλοποίησης του Scale Up-ΤΑΑ).
 
[5] Σύμφωνα με το “Μηχανισμό Διάγνωσης Αναγκών της Αγοράς Εργασίας” του Υπουργείου Εργασίας στο Δήμο Περάματος (2025) οι κλάδοι κατασκευής εξοπλισμού και ναυπήγησης/επισκευής πλοίων αποτελούν τους πιο δυναμικούς τομείς για την απασχόληση (+147 θέσεις) με τις ειδικότητες των μεταλλουργών, των ανειδίκευτων εργατών και των ηλεκτρολόγων να κατατάσσονται στις πλέον περιζήτητες. Βλ. εδώ ή ακολουθείστε το σύνδεσμο https://public.tableau.com/app/profile/vaios.kotsios.eiead/viz/2023_17099814426520/sheet0

[6] Βλ. ξανά εδώ ή https://public.tableau.com/app/profile/vaios.kotsios.eiead/viz/2023_17099814426520/sheet0

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Ανεργία και κενές θέσεις εργασίας. Το παράδοξο του Μπέβεριτζ μέσα από στοιχεία της ελληνικής αγοράς εργασίας (2008-2015)

Ο Γουίλιαμ Μπέβεριτζ (William Beveridge), Βρετανός οικονομολόγος, σε ένα του βιβλίο που γράφτηκε μέσα στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, προσπάθησε να κατανοήσει ένα φαινομενικά παράδοξο γεγονός: τη δυσκολία ορισμένων κλάδων της βρετανικής βιομηχανίας της εποχής να στρατολογήσουν ανέργους στην παραγωγή, την ίδια στιγμή που η ανεργία παρέμενε ιδιαίτερα υψηλή [1].

Με βάση την «κοινή» λογική, όταν πολλοί άνθρωποι αναζητούν εργασία είναι εύκολο για τις επιχειρήσεις να καλύψουν τις κενές τους θέσεις. Στην πραγματικότητα όμως, τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του ο Μπέβεριτζ έδειχναν κάτι διαφορετικό. Παρά τα υψηλά επίπεδα ανεργίας, αρκετές βιομηχανίες δυσκολεύονταν ιδιαίτερα να βρουν εργαζομένους για να καλύψουν τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας (job vacancies). 

Αυτή η συνύπαρξη μεταξύ υψηλής ανεργίας και κενών θέσεων εργασίας αποτελούσε αντανάκλαση των υπαρκτών εμποδίων με τα οποία έρχονταν αντιμέτωποι άνεργοι και επιχειρήσεις: γεωγραφικοί περιορισμοί (π.χ. εργαζόμενοι μιας γεωγραφικής περιοχής που έμεναν άνεργοι λόγω πτώχευσης της βιομηχανίας στην οποία εργάζονταν δεν μπορούσαν να μετακινηθούν άμεσα σε σημεία όπου υπήρχαν κενές θέσεις εργασίας για λόγους απόστασης), χρονική υστέρηση μεταξύ της δημοσιοποίησης μιας κενής θέσης από μια επιχείρηση και της ενημέρωσης των τελικών αποδεκτών, αναντιστοιχία μεταξύ των απαιτούμενων προσόντων μιας θέσης και των δεξιοτήτων των ανέργων κ.ο.κ. Έτσι, ακόμη και σε εκείνη την περίοδο της υψηλής ανεργίας, ένα ποσοστό κενών θέσεων εργασίας εξακολουθούσε να υπάρχει, επειδή η αντιστοίχιση εργαζομένων και θέσεων εργασίας δεν ήταν ούτε τέλεια, ούτε ευθύγραμμη.

Οι παρατηρήσεις αυτές του Μπέβεριτζ, γενικεύτηκαν αργότερα από ερευνητές, και διαγραμματικά αποτυπώθηκαν στην καμπύλη U(nemployment)V(acancy), (γνωστή και ως καμπύλη Beveridge). Η καμπύλη αυτή δείχνει την αρνητική συσχέτιση που υπάρχει μεταξύ του ποσοστού ανεργίας (unemployment rate) και του ποσοστού κενών θέσεων εργασίας (job vacancy rate) στην αγορά εργασίας. Συνοπτικά, όταν η ανεργία (U) είναι υψηλή, οι κενές θέσεις εργασίας (JVR) τείνουν να είναι χαμηλές (ζήτηση για εργασία χαμηλή, προσφορά υψηλή), ενώ όταν η ανεργία είναι χαμηλή, οι κενές θέσεις εργασίας είναι υψηλές, με τις επιχειρήσεις να δυσκολεύονται να προσλάβουν ανέργους. 

 

UV Curve
   

Οι μεταβολές κατά μήκος της καμπύλης συνδέονται με τις φάσεις του οικονομικού κύκλου: σε περιόδους ύφεσης αυξάνεται η ανεργία και μειώνονται οι κενές θέσεις, ενώ σε περιόδους οικονομικής επέκτασης συμβαίνει το αντίστροφο. Μια εξωτερική μετατόπιση της καμπύλης υποδηλώνει επιδείνωση στη λειτουργία της αγοράς εργασίας. Αντίθετα, μια εσωτερική μετατόπιση δείχνει βελτίωση στην αποτελεσματικότητα της αγοράς (οι άνεργοι βρίσκουν ευκολότερα τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας). Συνοψίζοντας, οι κινήσεις πάνω στην καμπύλη δείχνουν την πορεία της οικονομίας στον οικονομικό κύκλο, ενώ οι μετατοπίσεις της καμπύλης αποτυπώνουν το πόσο αποτελεσματικά λειτουργούν οι θεσμοί και οι μηχανισμοί της αγοράς εργασίας.

Το παρακάτω γράφημα διασποράς (scatter plot) αποτυπώνει τη σχέση αυτή για την Ελλάδα την περίοδο από το 2008 έως το 2015, με βάση τα στοιχεία της Eurostat [2]. Εν μέσω της κρίσης χρέους, ενώ ο δείκτης JVR μειώθηκε από το 0,2% το 2012 στο 0,1% το 2013, την ίδια περίοδο η ανεργία από το 24,5% ξεπέρασε το 27%. Το ποσοστό 0,1% δείχνει πως η αγορά εργασίας την περίοδο εκείνη κατέρρευσε: δε δημοσιεύονταν σχεδόν καθόλου νέες θέσεις εργασίας, παρά τον τεράστιο αριθμό των ανέργων. Παράλληλα, η μετατόπιση της καμπύλης προς τα έξω, δείχνει την κυκλικότητα του φαινομένου της ανεργίας, όσο και τη διαρθρωτική ακαμψία της ίδιας της αγοράς, με την αναντιστοιχία μεταξύ θέσεων και προσόντων.

Η χρήση ενός μοντέλου τετραγωνικής παλινδρόμησης (quadratic regresssion) για τον υπολογισμό της γραμμικής σχέσης μεταξύ ανεργίας και κενών θέσεων [3] επιτρέπει την καλύτερη προσαρμογή -συγκριτικά με τη χρησιμοποίηση ενός απλού γραμμικού ή λογαριθμικού υποδείγματος- στα δεδομένα της ύφεσης (R2=0,901)*, στην οποία εισήλθε η χώρα από το 2010 κι έπειτα [4].  

 

Δεδομένα: Eurostat | Επεξεργασία: Δ.Λ. 


Σημειώσεις:

[1] Beveridge, William (1944). Full Employment in a Free Society. London: George Allen & Unwin

[2] Η Eurostat ορίζει το ποσοστό κενών θέσεων εργασίας (JVR) ως εξής: JVR= (Αριθμός κενών θέσεων εργασίας/Κατελειμμένες θέσεις εργασίας + Κενές θέσεις εργασίας)×100.

[3] Το τετραγωνικό μοντέλο: Ποσοστό Κενών Θέσεων = 𝛽 0 + 𝛽 1 ⋅ 𝑈 + 𝛽 2 ⋅ 𝑈 2 Ποσοστό Κενών Θέσεων = β 0 ​ +β 1 ​ ⋅U+β 2 ​ ⋅U 2 όπου U = ποσοστό ανεργίας.

[4] Ένα γραμμικό (ή λογαριθμικό) υπόδειγμα μπορεί να προσαρμοζόταν κατάλληλα στα σημεία πριν την ύφεση, όσο όμως η ύφεση βάθαινε από το 2010 κι έπειτα, η καμπύλη θα αδυνατούσε να προσαρμοστεί επαρκώς στα δεδομένα. Παρατίθενται παρακάτω τα στοιχεία αξιολόγησης του γραμμικού και τετραγωνικού υποδείγματος. (*R2=0,901. Tο 90,1% της διακύμανσης των κενών θέσεων εξηγείται από την ανεργία. Όλοι οι υπολογισμοί με τη χρήση της γλώσσας R).
 

Model

AIC

BIC

R2

R2 adjusted

RMSE

Linear

-5857

-5619

0,862

0,839

0,115

Quadratic

-6513

-6195

0,901

0,861

0,098